ΒΕΛΗ ΚΑΙ... ΒΕΛΑΚΙΑ

>>> Μην με παρεξηγήσετε >>> αλλά ο τρόπος παρουσίασης από τα ΜΜΕ >>> του πολέμου στην Ουκρανία και των επιπτώσεών του >>> θυμίζει τηλεοπτική εκπομπή, με τοποθέτηση προϊόντος >>> και το προϊόν είναι το αμερικανικό LNG >>> το "καλό", το ακριβό, το αμερικάνικο LNG....
__________________________________________________________________________________________________

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται

Σπύρος Παπαγιάννης
Ο εγκληματίας γυρνά πάντα στον τόπο του εγκλήματος. Και οι Γερμανοί ξανάρθαν.
Οι Γερμανοί ξανάρχονται, ήταν και ο τίτλος παλιάς ελληνικής ταινίας.
Κι’ οι Γερμανοί ξανάρθαν για να δικαιωθεί και ο τίτλος της ταινίας, που κατά ένα μαγικό τρόπο τους προκάλεσε. Και έπειτα είχαν το ίδιο αίμα με τους δολοφόνους των γονιών μας. Κι’ ήταν το αίμα που τους έφερε, χωρίς αυτοί να ΄χουν συνείδηση πως επαναλαμβάνονται, μα ούτε και μείς συναισθανόμασταν πόσο προκλητική ήταν η παρουσία
μας, που ενώ μας είχαν σκοτώσει μια φορά, εμείς επτάψυχοι παραμέναμε στον τόπο μας, λες και τίποτε δεν είχε συμβεί, κι’ ούτε τους ζητούσαμε τις αποζημιώσεις για τις βάρβαρες εκτελέσεις και το κάψιμο τόσων χωριών μας , μα ούτε και τα δανεικά κι’ αγύριστα που με το ζόρι μας είχαν πάρει, μα  τίμιοι ως πάντα μας είχαν δώσει χαρτί πως τα χρωστούνε.

Τίποτε λοιπόν δεν τους ζητούσαμε, γιατί απλούστατα τίποτε δεν μας είχε αγγίξει, κι ο θάνατος εξοστρακίστηκε πάνω μας χωρίς να μας αφήσει κανένα ψυχικό τραύμα και μείς τους προσκυνούσαμε με την συνήθη δουλοπρέπεια των πολιτικών μας, που χειρότερους δεν είχαμε για να τους στείλουμε να μας εκπροσωπήσουν.  Κι’ αυτοί σκυλιάζαν  που τους ξευτελίζαμε με τον τρόπο μας στέλνοντάς τους  εν γνώσει μας τα κοινωνικά μας αποβράσματα να συναγελασθούν πολιτικά μαζί τους  και να τους βάλουν στον πειρασμό να τα δωροδοκήσουν, για να χουμε να λέμε, πως διέφθειραν τους πολιτικούς μας οι  πολιτικοί της Ενωμένης Ευρώπης και να βαραίνει και άλλο το κάρμα τους.

Τους την στήσαμε πράγματι και ΄πέσαν σαν λυκάνθρωποι στην παγίδα του γυμνού κρέατος που τους δώσαμε να μυρίσουν.
Τους ζητήσαμε δανεικά για να τους πληρώσουμε αυτά που τους χρωστούσαμε κι΄ αυτοί τσατισμένοι από το δούλεμα, μας βάρεσαν με ένα πέντε τα εκατό τόκο στο κεφάλι, νομίζοντας πως θα φοβηθούμε να τα πάρουμε. Μα δεν θυμόταν τι είχε πεί ο Τσώρτσιλ, πως δεν θα πρέπει να λέμε στο εξής πως οι Έλληνες δανείζονται σαν ήρωες, μα  πως οι ήρωες δανείζονται σαν Έλληνες. Και βλέποντας την ευκολία που δανειζόμασταν μετάνιωσαν οι άπληστοι που δεν μας ζήτησαν   μεγαλύτερους τόκους.
Βάλθηκαν μετά απ’ αυτό να μας ζητήσουν να υπογράψουμε ένα μνημόνιο αυτοκτονίας, που έλεγε πως για κάθε  δανεικό φλουρί θα δίναμε και έναν νέο στην ξενιτειά, έναν  συνταξιούχο στην κοροϊδία, έναν δημόσιο υπάλληλο στη εφεδρεία, έναν βιοπαλαιστή στην βία, έναν εργαζόμενο στην ανεργία, έναν πολιτικό στην ξεφτίλα, έναν πεινασμένο στην φυλακή, έναν επιχειρηματία στην πτώχευση, έναν φοροφυγά στην εφορία.

  Και πάλι περίμεναν να πούμε ΟΧΙ.  Και πάλι εμείς τους πατήσαμε στον κάλο και είπαμε ΝΑΙ. Και άρχισαν να αυτοκτονούν, ένας, δύο, τρείς, στους χίλιους δέκα τρείς, και  τρεις χιλιάδες τρεις που φθάσανε στο άψε σβήσε οι αυτοκτονημένοι , που δεν βρήκαν έναν να μοιραστεί την απελπισία τους κι ας άκουγαν κι ας ήξεραν πως ήταν πολλοί σαν αυτούς, που δεν φαίνονταν  όμως πρίν πεθάνουν πως ήταν άνθρωποι.  Έτσι άρχισε ο χάρος να μοιράζει πιστοποιητικά αξιοπρέπειας,  γιατί η ζωή γίνονταν όλο και λιγότερο ευπρεπής και η εξουσία όλο και περισσότερο απρεπής.   Και μετά μας ζήτησαν νέο μνημόνιο, πιο αυστηρό από το προηγούμενο, που δεν θα είχαμε το δικαίωμα να αποφασίσουμε γι’ αυτό εμείς ο λαός,  μα τα αφεντικά μας μόνο, τα εκλεγμένα και κλαμένα και κλεμμένα από την μεγάλη ιδέα της πειθαρχίας των λαών στο μεγάλο χάος του κόσμου και της υποταγής των  ιδεών στην ελευθερία του αέρα.
Και εκεί έγινε το μεγάλο θαύμα κι ο Μέγας Ναιναίκος ανελήφθη σαν τον προφήτη Ηλία στο Χάρβαρντ και κόλλησαν τα κόμματα όπως κολλάνε στη θρόμβωση τα αιμοσφαίρια και ήρθε η μεγάλη συναίνεση, που το ΝΑΙ του ενός βρήκε συμπαράσταση στο ΝΑΙ του άλλου και φάνταζε το ΝΑΙ πανίσχυρο, που ούτε συννεφάκι από ΟΧΙ να μην διαφαίνεται στην σκέψη των πολιτών. 
Τόσο μονόδρομος είχε γίνει το ΝΑΙ της υποταγής για την σωτηρία των κατοίκων της χώρας, ή κάποιων εκ των κατοίκων της, των πιο τροφαντών τουλάχιστον  και των πιο καλοβαλμένων. Έτσι πήγε η ιδέα του δημοψηφίσματος περίπατο στο πυρ το εξώτερο και όλα τα άνομα και ντροπιαστικά ψηφίστηκαν από τους μπροστάρηδες βουλευτές για να μην πάρει την ευθύνη της αμαχητί παράδοσης της χώρας ο ίδιος ο λαός και αμαυρωθεί η αίγλη του από το ΟΧΙ του σαράντα, που κατά την γνώμη πολλών ήταν αυτός που σφύριξε την ιδέα του ΟΧΙ στο αυτί του Μεταξά..
        Και μετά ήρθαν οι εκλογές, όπου ο λαός θα ψήφιζε για πρόσωπα και όχι για πολιτικές και ας ξέραμε  πως οι πολιτικοί αλλάζουν τις πολιτικές σαν τα πουκάμισα. Και προσπαθούσαν οι πολίτες να θυμηθούν έναν πολιτικό που να’ χει κάνει ένα καλό για τον τόπο και δεν μπορούσαν να βρούν ούτε έναν. Και προσπαθούσαν να βρούν κάποιον που να ‘χει πει μια αλήθεια  και δεν μπορούσαν να βρουν κανέναν. Και έπρεπε να διαλέξουνε και πάλι στα τυφλά, όπως όταν έπαιζαν τυφλόμυγα, για κάποιον νέο σωτήρα για να τους βγάλει από το αδιέξοδο του τυφλού μονόδρομου που είχε ακολουθήσει ο τυφλός κωπηλάτης με τα μαύρα γυαλιά και την μαύρη φόρμα. Αυτός και η παρέα του που είχαν στρατολογήσει  αντί για μαϊμού τυφλούς, από την Ζάκυνθο, τυφλούς πραγματικούς με σάρκα και οστά, που δεν βλέπαν την μύτη τους κι’ ας μην φαίνονταν τα μάτια τους σβησμένα και τους είχε βάλει  να ψηφίζουν και να επικυρώνουν στα τυφλά την τύφλα του.  Για να’ ναι ο τόπος κυβερνημένα ακυβέρνητος, ή εγγυημένα στο έλεος των «χάφτεν χούφτεν» και των «ντε» ή «φον» δολοφόνων, με τις  γραβάτες  και τα άσπρα κολάρα.

Και βγήκαν οι Γερμανοί και έδειξαν στον παραζαλισμένο λαό που μόλις είχε βγεί από το κρατητήριο,  ποιοί είναι οι δικοί τους άνθρωποι για να μην έχει γι’ αυτούς καμιά αμφιβολία, με την κρυφή πάντα ελπίδα να ψηφίσει  άλλους,  έτσι που να βρουν την ευκαιρία να τον βγάλουν με τρόπο έξω από το  γαλήνιο μάτι του κυκλώνα  και  να τον πάρει ο άνεμος.
Μα είναι  το αλάνθαστο ένστικτο του Έλληνα, που για άλλη μια φορά τους διέψευσε και ο λαός  για άλλη μια φορά ψήφισε τους «γνωστούς» από την οικογένεια του, το σόϊ του, τους φίλους του και τους φίλους των φίλων του, το κόμμα του και  την τηλεόραση, όποιοι και ότι και να’ ταν αυτοί, όσο άχρηστοι και δοκιμασμένα ανίκανοι, όσο ψεύτες, διαπλεγμένοι και ανούσιοι, αποφεύγοντας το όποιο πείραμα σωτηρίας με οποιονδήποτε άγνωστο τυχαίο περαστικό ναυαγοσώστη ή τυχοδιώκτη θαυματοποιό της πολιτικής.

Όχι, ο ΄Ελληνας δεν θα έτρεχε να βγεί απ’ το κλουβί του, μόλις είδε πως του δόθηκε ψήφος, ίσα για να δώσει στους βασανιστές του την ευκαιρία να τον γαζώσουν με τα αυτόματα. Θα περίμενε αντίθετα από τους Γερμανούς να φθάσουν στα ακραία  όρια της αυθαιρεσίας τους και της απανθρωπιάς τους, τώρα που θα έβλεπαν πως το θύμα τους δεν αντιδρά και είναι σχεδόν παράλυτο, αφημένο στην πρόνοιά τους. Πώς να σκοτώσεις τον σκύλο που σε γλύφει και σου κουνάει την ουρά. Μα όταν το διαισθάνεσαι πως έτσι  σκλαβώνει τον αφέντη του, πώς να μην σκυλιάσεις και άλλο  και να τον πάρεις στις κλωτσιές. Και έτσι ΄πέσαν για άλλη μια φορά οι θύτες στην παγίδα των θυμάτων τους με την παράφρονα σε κοινή θέα  επίδειξη της σκληρότητός τους και σκέφθηκαν να κάνουν τον λαό που τους ψήφισε να βλαστημήσει την ώρα και την στιγμή που γεννήθηκε στο ευρώ της αφθονίας και της ελεύθερης ευρωπαϊκής αγοράς.
        Τον στήσανε λοιπόν στον σταυρό και άρχισαν τους χλευασμούς για τον περιούσιο λαό, τον βασιλιά των βασιλέων, που χε μάθει να ζεί από την θεία πρόνοια, από τον ήλιο και την θάλασσα, την ιστορία, τον πολιτισμό και τα αρχαία  και να αμπελοφιλοσοφεί με μια ρετσίνα το βράδυ,  κάνοντας  τον τουρίστα στην ζωή , αντί τον σκλάβο. Κι’ άλλος του ΄λεγε που ναι η παλικαριά σου μεγάλε, που’ ναι η περηφάνια σου, που’ ναι  η εξυπνάδα σου που πιάστηκες κώτσος του Αλάριχου, που’ ναι ο Θεός σου να σε σώσει από τους πολιτικούς σου, την δημοκρατία σου και τους πολιτισμένους εταίρους  σου, που’ ναι η ανθρωπιά σου που  κατάντησε  παραμύθι για μικρά παιδιά, που’ ναι το ευαγγέλιό σου που  το πετάξαμε  στα σκουπίδια;

Κι’ άλλος του έδινε να πιεί ξύδι σαν ζήταγε νερό κι ‘άλλος του ΄φερνε να υπογράψει την παράδοση  της περιουσίας του για να πληρώσει προκαταβολικά τα έξοδα της κηδείας του κι ‘άλλος του κάρφωνε  κι’ άλλο καρφί στα πόδια σαν ζήταγε επιμήκυνση του μαρτυρίου του.  Μα  ήταν και κάποιοι που χαμηλόφωνα διέδιδαν πως κι’ αν πεθάνει θα αναστηθεί  σε μέρες τρείς , γιατί  είναι σχέδιο του θεού εδώ στους άγιους τόπους του  παγκόσμιου Ελληνογενούς πολιτισμού να παιχθεί το νέο δράμα του χριστανθρώπου λαού του.  Έτσι θα αναγκάσει όλες  τις φυλές  και τους  ανθρώπους να πάρουν αργά ή γρήγορα θέση αν είναι με τους ισχυρούς, ή τους αδύνατους, αν είναι με την κοινωνία της κοινωνούσης το σώμα και το αίμα του ενανθρωπισθέντος θεού ή με την κοινωνία της επισημοποιημένης, διακηρυγμένης ακοινωνησίας, απανθρωπιάς κι’ αλληλοεκμετάλευσης.
Και όσο σκέπτεται κανείς τις εξελίξεις δεν μπορεί να μην θαυμάσει τον αχειροποίητο τρόπο του θεού να τις οδηγεί  με το γνωστό παλιό του δίπολο, της πλήρους αυτοκρατορικής δύναμης από την μια και της ανυπεράσπιστης αρετής  από την άλλη, που αφήνεται να οδηγηθεί στην προδοσία του Ιούδα και στον σταυρό του μαρτυρίου για να επιβεβαιωθεί με την ανάστασή της η νίκη του θεανθρώπου επί της ύλης.
Όσοι και να συνωμότησαν λοιπόν συνωμότες για να μπεί  το νερό της προδοσίας στο αυλάκι του,
όσοι Ιούδες και αν μαζεύτηκαν γύρω από την ακρόπολη για να βοηθήσουν στην ανάπτυξη, την ευημερία και  την σωτηρία του τόπου, εις πείσμα όσων θεωρούν πως τίποτε δεν γίνεται στον κόσμο με σχέδιο, ούτε και οι προδοσίες  ακόμη,
όσα λάθη  κι’ αν γίνανε ακόμη από  βλάκες που δεν ήταν βαλτοί, μα στο έπακρον  της αθωότητος ανίκανοι,
όλα ήταν εξ΄ αρχής στην λογική του θεού και της θείας του δικαιοσύνης που απεργάζονταν από καιρό το νέο μάθημα της ανθρωπότητος, που θα εκαλείτο άπαξ και λησμόνησε να κοινωνεί στην καθημερινότητά της  το σώμα, το αίμα και το πνεύμα του Χριστού, να πάρει την θέση του στο σταυρό για να υπερασπιστεί αυτά που της φαίνονταν για χρόνια, αδιαπραγμάτευτα,  εξασφαλισμένα και αυτονόητα.
Ηρθε ο καιρός λοιπόν να ξανασταυρωθούν τα παιδιά του θεού, γιατί όποιος ξεχνά την ιστορία του καλείται να την ξαναζήσει.

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια και παρατηρήσεις