ΒΕΛΗ ΚΑΙ... ΒΕΛΑΚΙΑ

>>> Άρχισαν πάλι να υποτονθορύζουν στα τηλεπαράθυρα >>> την λύση της οικουμενικής ή κυβερνήσεως σωτηρίας ή όπως αλλιώς θέλετε να την πείτε >>> προκειμένου να "βγεί η χώρα από την κρίση" >>> Μα καλά, πως γίνεται όλοι αυτοί που όταν ο καθένας ξεχωριστά όταν κυβερνούσε την χώρα >>> μας οδηγούσε στην οικονομική καταστροφή και στην διάλυση >>> τώρα ισχυρίζονται πως όλοι μαζί, ενωμένοι θα μας σώσουν;;;!!!! >>> Κλασσικό σχήμα λογικού αδιεξόδου που θα ζήλευαν ακόμη και οι Στωικοί ή οι μαθητές της Ελεατικής Σχολής...
__________________________________________________________________________________________________

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Πριν ακριβώς 1.000 χρόνια...

Η εξ αγνοίας ή άλλων συμπλεγμάτων γενικότερη σιωπή δεν πρέπει να αφήσει στο περιθώριο την ιστορική επέτειο της Μάχης του Κλειδίου (γνωστής  και με το όνομα Μάχη της οροσειράς Μπέλλες), η οποία διεξήχθη στις 29 Ιουλίου 1014 μεταξύ της Βυζαντινής και της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας..  Ένα μικρό αφιέρωμα της Φιλοτιμίας, ανάβει ως ευλαβικό κεράκι στη μνήμη του Αυτοκράτορα Βασιλείου του Β΄ του Βουλγαροκτόνου και των συν αυτώ μαχητών, που αξιώθηκαν να φέρουν στο απόγειό του τον μεσαιωνικό ελληνισμό.  Η υπενθύμιση της χιλιετούς επετείου καθίσταται ιδιαιτέρως επίκαιρη, τώρα που κυριαρχούν οι ...Ρωμαιοκτόνοι!

ΚΛΕΙΔΙ έτος 1014 μ.Χ.

Ο Βασίλειος Β' έχοντας από το 1001 εκπονήσει ένα σύνθετο επιτελικό πρόγραμμα
αντεπίθεσης έναντι της βουλγαρικής απειλής, άνοιξε τρία μέτωπα επίθεσης. Με απώτερο σκοπό τον εγκλωβισμό και τη φυσική εξόντωση του Σαμουήλ, εισέβαλε στην περιοχή της Σερδικής (Σόφιας), στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία καταλαμβάνοντας τις πόλεις-οχυρά (Βέροια, Βοδενά) και κατευθυνόμενος προς βορρά. Το καλοκαίρι του 1014, παρά την ισχυρή αντίσταση των Βουλγάρων στα ορεινά δύσβατα περάσματα του Κλειδίου (κοντά στην πεδιάδα του Στρυμόνα), οι βυζαντινές δυνάμεις υπό το στρατηγό Νικηφόρο Ξιφία χάρη σε άρτια οργανωμένο στρατιωτικό χειρισμό εγκλώβισαν όλες σχεδόν τις δυνάμεις του Σαμουήλ που βρίσκονταν στον Πρίλαπο. Η μάχη υπήρξε πολύνεκρη και καθοριστική για τούς βούλγαρους . Στις 14.000 των Βούλγαρων αιχμαλώτων επιβλήθηκε η ποινή της τύφλωσης, ποινή που προβλεπόταν για όσους υπηκόους της βυζαντινής αυτοκρατορίας συμμετείχαν σε εξεγέρσεις εναντίον της αυτοκρατορικής αρχής (ο Σαμουήλ ήταν γιος βυζαντινού αξιωματούχου που στασίασε και διεκδίκησε το θρόνο) και όχι σε "Κουραβάρες" (μη Βυζαντινούς) επιδρομείς. Οι χιλιάδες τυφλωμένοι Βούλγαροι περιπλανήθηκαν και διασκορπίστηκαν στον Αίμο, προκαλώντας άμεσα το θάνατο του Σαμουήλ και έμμεσα την επιβολή της ελληνικής ισχύος στους Βούλγαρους, που μετά την πτώση του Δυρραχίου (1018) μετατράπηκε σε "θέμα Βουλγαρίας".

                                                                   Η ΜΑΧΗ
Τρεις χειμώνες προετοίμαζε ο Βασίλειος τη μάχη στο Κλειδί. Εχοντας ως βάση και κέντρο ανεφοδιασμού τις Σέρρες συγκέντρωνε στρατό και οπλισμό. Την άνοιξη του 1014 ξεκίνησε για το Κλειδί, το σημερινό Ρούπελ. Η διάταξη του στρατεύματός του είχε πάντα την ίδια μορφή: δύο ίλες ιππικού ως εμπροσθοφυλακή, μία από κατάφρακτους και μία από μονόζωνους και ακολουθούσε το κύριο σώμα. Ο Βασίλειος επιδίωκε να φθάσει στο στενό ανάμεσα σε Κλειδί και Κίμβα Λόγγο, με απώτερο στόχο την κοιλάδα του Μελένικου και της Στρούμνιτζας, όπου υπήρχαν ακόμη τότε αρκετές βουλγαρικές κτήσεις. Η κατάκτησή τους θα του άνοιγε τον δρόμο για τις Πρέσπες και την Αχρίδα, την καρδιά του βουλγαρικού κράτους.
Ο αντιπερισπασμός του Σαμουήλ
Ο τσάρος Σαμουήλ γνωρίζοντας ότι το στενό στο Κλειδί αποτελούσε το σημείο από όπου διάβαινε κάθε φορά ο Βασίλειος, οσάκις εκστράτευε κατά της Ανατολικής Βουλγαρίας, αποφάσισε να συγκεντρώσει το σύνολο του στρατού και να οχυρωθεί στο Κλειδί για να δώσει την αποφασιστική μάχη. Παράλληλα επιχείρησε με αντιπερισπασμό να διασπάσει την ενότητα των βυζαντινών δυνάμεων, στέλνοντας έναν από τους πλέον έμπιστους στρατηγούς του, τον Δαβίδ Νεστορίτση, με σημαντικές δυνάμεις νότια, με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, δεύτερης τη τάξει πόλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος όμως δεν πτοήθηκε από την είδηση αυτή και έχοντας πια συνετιστεί από το νεανικό του πάθημα στη Φιλιππούπολη παρέμεινε με τον στρατό του παρατεταγμένο στο Κλειδί.
Τη Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης σε αντικατάσταση του στρατηγού Δαβίδ Αριανίτη, που είχε σπεύσει να συνεπικουρήσει τους Βυζαντινούς και να αναλάβει τη διοίκηση μοίρας του ενεργού στρατού στο Κλειδί. Ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης με τη σύμπραξη του γιου του Μιχαήλ κατόρθωσε να αναχαιτίσει τη βουλγαρική επίθεση, να συντρίψει το σώμα του Νεστορίτση έξω από τη Θεσσαλονίκη και να τρέψει τους Βουλγάρους σε φυγή, συλλαμβάνοντας πλήθος αιχμαλώτων και πολλά λάφυρα και τελικά να επιστρέψει στο Κλειδί για να συμπράξει με τον αυτοκράτορα.


ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΙΤΖΗ   
Ο φόβος της ενέδρας
Ο Βασίλειος, φθάνοντας στο Κλειδί, στρατοπέδευσε σε απόσταση δύο ωρών από το στενό και έστειλε ανιχνευτές να εντοπίσουν τον εχθρό. Αν και το στενό είχε κλείσει με πρόχειρα αναχώματα από πέτρες και κορμούς, κάρα και βράχους, οι Βούλγαροι ήταν άφαντοι. Η απειλή ενέδρας φόβισε τον Βασίλειο που αποφάσισε να αλλάξει τη διάταξη του στρατού και να τοποθετήσει μπροστά το πεζικό και πίσω το ιππικό, θεωρώντας ότι οι άνδρες του δεν θα ανακόπτονταν από πιθανά εμπόδια, σε αντίθεση με τα άλογα.
Η διαταγή του αυτοκράτορα ήταν σαφής, το στράτευμα όφειλε να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, οπλισμένο, με πλήρη εξάρτυση, ετοιμοπόλεμο ανά πάσα στιγμή. Η πρώτη νύχτα κύλησε ήρεμα, οι Βούλγαροι δεν φαίνονταν πουθενά στις γύρω βουνοκορφές. Την επομένη ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή στον στρατό να προχωρήσει προς το στενό, ενώ ήταν σίγουρος ότι οι Βούλγαροι θα επετίθεντο όταν οι Βυζαντινοί θα πλησίαζαν τα αναχώματα.
Πράγματι, μόλις η εμπροσθοφυλακή του βυζαντινού στρατού ζύγωσε τα εμπόδια, εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση από τους Βουλγάρους, οι οποίοι έσπρωχναν βράχους από ψηλά, ενώ παράλληλα στόχευαν με βέλη και πέτρες τους Βυζαντινούς. Παρά την ορμή του βυζαντινού στρατού, και οι δύο προσπάθειές τους να περάσουν τα αναχώματα απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα πολυάριθμους νεκρούς και τραυματίες.
Ο αυτοκράτορας, βλέποντας τη δυσκολία του εγχειρήματος, διέταξε υποχώρηση του στρατεύματος. Επιθυμούσε την ανασύνταξη των βυζαντινών δυνάμεων και την ενίσχυση του ηθικού των στρατιωτών του πριν από τη νέα επίθεση. Χρειαζόταν δε επιτακτικά τη νίκη, καθώς επρόκειτο για την πρώτη μάχη της χρονιάς εκείνης, την πρώτη μιας σειράς αναγκαίων συγκρούσεων προς την επίτευξη των μεγαλεπήβολων στόχων του.
Το νέο σχέδιο
Ο Βασίλειος κατέστρωσε νέο σχέδιο: έστειλε την ίδια νύχτα τον στρατηγό του Θέματος της Μακεδονίας Νικηφόρο Ξιφία με τρεις τούρμες να ανέβει στο όρος Βαλαθίστα που υψωνόταν νοτίως του Κλειδίου, στα νώτα δηλαδή του βουλγαρικού στρατεύματος, ώστε οι Βούλγαροι, κατά την εκδήλωση της επίθεσης, να βρεθούν περικυκλωμένοι. Ο στρατηγός θα ειδοποιούσε όταν το σώμα του θα είχε λάβει θέσεις μάχης με τριπλό σάλπισμα.
Το μεσημέρι της επομένης, της 29ης Ιουλίου 1014, εκδηλώθηκε η πολυπόθητη επίθεση. Μόλις ακούστηκε το σύνθημα του στρατηγού Ξιφία, το αυτοκρατορικό φουσάτο, από νωρίς σε ετοιμότητα, όρμησε προς τα αναχώματα με ηγέτη τον ίδιο τον Βασίλειο. Ο αυτοκράτορας, παρά τα πενήντα εννέα χρόνια του, πολεμούσε πάντα - από την πρώτη μάχη της Φιλιππούπολης ακόμη - στην πρώτη γραμμή, σύμβολο γενναιότητας και θάρρους για τους στρατιώτες του.
Η μάχη ήταν σκληρή αλλά το σχέδιο δοκιμασμένο και αλάνθαστο. Ο βουλγαρικός στρατός καταλήφθηκε εξαπίνης και γρήγορα εγκατέλειψε τη μάχη. Οι περισσότεροι πετούσαν τα όπλα τους και έτρεχαν να σωθούν. Λίγοι πολέμησαν μέχρι τέλους, μεταξύ αυτών και ο τσάρος Σαμουήλ με τον γιο του και την προσωπική φρουρά του, αλλά και αυτοί τελικά αναζήτησαν καταφύγιο την τελευταία στιγμή στο φρούριο Πρίλαπο (το σημερινό Περλεπέ).
Ο απολογισμός της μάχης στο Κλειδί ήταν οδυνηρός, σήμανε περί τους δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους Βούλγαρους αλλά και χίλιους νεκρούς για τον βυζαντινό στρατό καθώς και χίλιους πεντακόσιους τραυματίες, περισσότερους από όσους σε κάθε άλλη μάχη στο παρελθόν.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓ.ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΟΙ ΤΥΦΛΩΜΕΝΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
  
Η τύφλωση των αιχμαλώτων
Για τον Βασίλειο η μάχη στο Κλειδί ήταν ορόσημο: πολεμούσε τους Βουλγάρους περισσότερα από είκοσι συναπτά έτη, ο πόλεμος έπρεπε πλέον να λάβει τέλος. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με μια σκληρή απόφαση σχετικά με την τύχη των πολυάριθμων βουλγάρων αιχμαλώτων. Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε αμέσως μετά τη μάχη το συμβούλιο των στρατηγών του. Η πρότασή τους ήταν σχεδόν ομόφωνη: η τιμωρία που άρμοζε στους αιχμαλώτους ήταν ο θάνατος. Ελάχιστοι στρατηγοί αντιπρότειναν να πουληθούν οι αιχμάλωτοι σε σκλαβοπάζαρα.
Ο αυτοκράτορας ωστόσο έκρινε πως ο θάνατος με όποια μορφή ήταν μια ποινή που γρήγορα θα ξεχνιόταν, ενώ το να πουληθούν σε σκλαβοπάζαρα δεν θα παραδειγμάτιζε καθόλου τους Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι ήταν σκληρός και αδυσώπητος λαός, δεν είχαν καμφθεί από τόσες ήττες χρόνια τώρα, η δήωση, η σφαγή και η καταστροφή έμοιαζαν να είναι στη φύση τους.
Οι χρονικογράφοι της εποχής μαρτυρούν ότι ο αυτοκράτορας ταλαντεύτηκε στην απόφασή του και προβληματίστηκε εξαιρετικά. Βαρύνοντα ρόλο πάντως δεν έπαιξε η εκδίκηση για τον θάνατο χιλιάδων στρατιωτών και συμπολεμιστών του επί σειρά ετών αλλά η σκέψη της ανασύνταξης του Σαμουήλ που είχε διαφύγει και που σε τακτά διαστήματα κατόρθωνε, παρά τα πλήγματα και την ταπείνωση κάθε ήττας, να αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του και να συνεχίζει τον πόλεμο επί τριάντα σχεδόν έτη.
Ο Βασίλειος ήταν πεπεισμένος ότι έπρεπε να καταφέρει προσωπικό πλήγμα κατά του βούλγαρου ηγέτη, πλήγμα ικανό να τον καταρρακώσει ψυχικά και να τον υποτάξει οριστικά. Επέλεξε την τύφλωση των αιχμαλώτων, θέλοντας να καταστήσει σαφές ότι ήταν αδίστακτος σε ό,τι αφορούσε τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας και ότι δεν θα ορρωδούσε προ ουδενός προκειμένου να συντρίψει τη βουλγαρική αντίσταση μέχρι τέλους.
Μπροστά σε ολόκληρο τον στρατό του και αφού συνεχάρη και επιβράβευσε τους στρατιώτες του για την ανδρεία τους στη μάχη, διέταξε την τύφλωση των βουλγάρων αιχμαλώτων. Οι Βυζαντινοί χώριζαν τους αιχμαλώτους σε ομάδες των εκατό, και ανά χίλιους τους οδηγούσαν σε ειδικό χώρο του στρατοπέδου, όπου, αφού τους έδεναν, με πυρωμένες στη φωτιά σιδερένιες βέργες τύφλωναν τους ενενήντα εννέα και από τα δύο τους μάτια, ενώ τον εκατοστό μόνο από το ένα, ούτως ώστε να χρησιμεύσει, μονόφθαλμος ων, ως οδηγός των υπολοίπων. Αμέσως μετά την τιμωρία τους οι αιχμάλωτοι αφήνονταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στον διασωθέντα τσάρο τους.
Ο θάνατος του Σαμουήλ
Το πλήγμα ήταν όντως τραγικό για τον τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος, ήδη καταρρακωμένος από το μέγεθος της συντριβής, ανέμενε τις ειδήσεις για την τύχη των αιχμαλώτων. Το βουλγαρικό φουσάτο αριθμούσε 30.000 άνδρες πριν από την αναμέτρηση, περίπου χίλιοι κατάφεραν να σωθούν μετά τη μάχη και να διαφύγουν, εκ των οποίων δώδεκα μόνο από την προσωπική φρουρά του Σαμουήλ.
Οι βουλγαρικές πηγές ιστορούν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε μέγα πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Οι χιλιάδες τυφλοί αδυνατούσαν να πορευθούν συντεταγμένα, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται, να συμπαρασύρουν τους συμπολεμιστές τους και να πορεύονται ουρλιάζοντας και βογκώντας προς την πόλη τους. Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση αυτή του φρικτού θεάματος και δύο μέρες μετά ξεψύχησε από τη συντριβή και τον ψυχικό κλονισμό.
Ανεξάρτητα όμως από την αλληλουχία των ιστορικών γεγονότων, η αναμφισβήτητα ανηλεής πράξη αυτή του Βασίλειου, που του προσέδωσε άλλωστε το επίθετο «Βουλγαροκτόνος», δεν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κρίσης και κριτικής μόνο με βάση τα σύγχρονα κριτήρια, κυρίως τον συναισθηματικό αποτροπιασμό που προκαλεί σήμερα η μεταχείριση αυτή των αιχμαλώτων σε σχέση με τις ισχύουσες αρχές του δικαίου του πολέμου. Αντίθετα, η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε ως ποινή κολασμού τόσο την τύφλωση όσο και τον ακρωτηριασμό για κάθε βυζαντινό πολίτη που θα προέβαινε σε επαναστατική ενέργεια, συνωμοσία ή στάση κατά της νόμιμης βυζαντινής εξουσίας, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Συνακόλουθα, ο Βασίλειος αντιμετώπισε και τιμώρησε τους βούλγαρους αιχμαλώτους, όχι ως εχθρούς της Αυτοκρατορίας αλλά ως υπηκόους του και βυζαντινούς πολίτες που είχαν επαναστατήσει, δεδομένου ότι ήδη από το 971 το σύνολο της σημερινής βουλγαρικής επικράτειας είχε κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και υπαχθεί στη βυζαντινή διοίκηση.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες ιστορικές πηγές (Κεδρηνός) αμφισβητούν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων που τυφλώθηκαν ήταν 15.000, ενώ κάποιοι χρονογράφοι της εποχής δεν διστάζουν να εκφράσουν επιφυλάξεις για το όλο γεγονός θεωρώντας ότι το μίσος και η ένταση μεταξύ των δύο εθνών ήταν τέτοια ώστε ήταν δυνατόν πράξεις εκδίκησης να διογκωθούν και να λάβουν άλλες διαστάσεις. Με την άποψη αυτή συνάδει άλλωστε και η επισήμανση ότι το επίθετο Βουλγαροκτόνος, που αποδόθηκε στον Βασίλειο εξαιτίας της τύφλωσης των Βούλγαρων, προϋποθέτει θανάτωση και όχι τύφλωση. 
(ιστορικά στοιχεία : http://www.hellinon.net/)

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια και παρατηρήσεις